Το δίευρο
Παίζει κιθάρα, αλλά ακούγεται σαν κάποιο παράξενο μπουζούκι.
Καί η μελωδία που διάλεξε αλλά κυρίως η τεχνική στα δάχτυλά του φανερώνουν ένα επιδέξιο μπουζουκζή που κατέληξε στην κιθάρα από ανάγκη.
Τον παρατηρώ αφηρημένα, καθώς στριμώχνεται ανάμεσα στα τραπέζια αυτής της ψησταριάς στον Κορυδαλλό.
Αποφάσισε ξαφνικά να βρέξει. Μια άχαρη καλοκαιρινή μπόρα που απλά προσθέτει υγρασία στη ζεστή ατμόσφαιρα, μας μάζεψε όλους κάτω απο τις τέντες. Γύρω γύρω, τραπέζια γεμάτα κατά κυριο λόγο με γυναίκες, κάποια εκδήλωση πρέπει να έληξε και βγήκαν σε μικρές και μεγάλες παρέες για γιαουρτλού, μπριζολάκια, παστουρμά και σουτζούκι.
Ο Θύμιος - τό όνομα που έδωσα εγώ στον μουσικό μας - φοράει ένα καλοσιδερωμένο πουκάμισο με λεπτή κόκκινη ρίγα. Κοντοκουρεμένο κεφάλι, κόντρα ξύρισμα, σχεδόν ξερακιανή σιλουέτα, με μια ήπια ευγένεια και συστολή. Η μουσική του μοιάζει με συμπλήρωμα της βροχής, σα να συμπληρώνει το λευκό ήχο με ρυθμό και μελωδία.
Ανάμεσα στα κομμάτια, σταμάταει στην άκρη καθενός τραπεζιού. Δε λέει κάτι αλλά είναι προφανές ότι ζητάει καποια λίγα χρήματα. Μια αμοιβή της τέχνη του για αυτόν, μια ελεημοσύνη όπως το βλεπουμε εμείς. Σταμάτησε και στο δικό μας τραπέζι αλλά δεν έχω καθόλου μετρητά.
"Φίλε έχω μείνει με την κάρτα δυστυχώς" (και δε φαντάζομαι να έχεις POS σκέφτομαι από μέσα μου).
"Δεν πειράζει. Αν θές κέρνα με μια μπύρα", απάντησε.
"Ωραία. Πάρε μια μπύρα και πες τους να τη χρεώσουν στο τραπέζι μου".
Συνεχίζουμε το φαγητό και την κουβέντα μας, αλλά σε λίγο προσέχω ότι ο Θύμιος είχε μείνει δίπλα μας. Είχε εγκλωβιστεί ανάμεσα στα τραπέζια, γιατί στη διπλανή μεγαλή γυναικοπαρέα έφτασε ένας άντρας και πριν καθίσειτις χαιρετούσε όλες μιά μία.
"Συγνώμη φίλε, ένα λεπτό", λέει στον μουσικό.
"Δεν πειράζει, έχεις τόσες πανέμορφές παρουσίες να χαιρετήσεις. Με το πάσο σου..."
Στο τραπέζι, χαμός. Γέλια, ενθουσιασμός, σαν να πήραν όλες τους τίτλο miss-ελλάς. Όταν καταλαγιάζει ο θόρυβος, ο άντρας σφήνωνει ανάμεσα στο τραπέζι μας και τον μουσικό για να πάει στη θέση του.
Δεν ξέρω πώς και γιατί, μα πρέπει να δωσω συνέχεια:
"Με αυτό που σού είπε δεν μπορείς να αποφύγεις το κέρασμα"
"Δίκο έχεις, τί θες φίλε; Να σου πάρω ένα κρασάκι;"
"Ευχαριστώ αλλά με κέρασε μπύρα ο κύριος. Ένα καλαμάκι αν θες."
"Βεβαίως" και πάει να το κανονίσει άμμεσα με την σερβιτόρα.
Δεκαπέντε λεπτά αργότερα εμείς τελειώνουμε το φαγητό, η διπλανη παρέα έχει απλωθεί σε παράλληλες θορυβώδεις κουβέντες, και ο Θύμιος κάθεται στο μικρό τραπεζάκι δίπλα στην έξοδο, με την κιθάρα-μπουζούκι στην άλλη καρέλα, τρώγοντας το σουβλάκι του με μαχαιροπήρουνο και απολαμβάνοντας μια πράσινη.
Ένα παιδί γύρω στα τριάντα, αδυνατισμένο και με βρώμικα ρούχα γυρίζει τώρα ανάμεσα στα τραπέζια. Δε πουλάει κάτι, απλά ζητιανεύει - πενήντα λεπτά, ένα τσιγάρο ("δώσε μου δώρο και τον αναπτήρα"), μια βοήθεια για να βγάλει το βράδυ. Χωρίς μεγάλη επιτυχία. Σχεδόν όλοι κάνουμε ότι τον αγνοούμε, και με ανακούφιση τον βλέπουμε να πάει πρός τη έξοδο.
Ο Θύμιος του αφήνει διακριτικά ένα δίευρο στην ακρη του τραπεζιού.