Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Carnation


Πήγα ξανά στο σπίτι της γιαγιάς προχθές. Μάλλον πήγα στο όνειρό μου γιατι το σπίτι είχε αλλάξει. Το ισόγειο που μένει τώρα πια ο μεγάλος αδερφός της μάνας μου είχε ανέβει στον πρώτο. Ο πρώτος είχε γίνει δεύτερος και ο δεύτερος ανέβηκε στην ταράτσα. Έτσι το ισόγειο ήταν όπως τότε.
Τότε ήμουν παιδί. Περνάγαμε αρκετό καιρό τα καλοκαίρια με τον παππού και την γιαγιά. Τα μεσημέρια μέναμε σπίτι, κάνοντας απόλυτη ησυχία για να ξεκουραστούν οι μεγάλοι. Διαβάζαμε τα Μπλεκ του μικρού μας θείου ή μαθαίναμε να φτιάχνουμε σαϊτες από ένα πάκο ψηφοδέλτια που γράφανε "Ναι στην Αβασίλευτη Δημοκρατία". Τα απογεύματα πηγαίναμε στον "Κουρλαμπά" να παίξουμε ποδόσφαιρο. Ή πιο συχνά να δούμε τα γυμνασιόπαιδα που έπαιζαν, σνομπάροντας εμάς τα μικρά. Τα βράδια καθόμασταν μαζί με τον παππού να δούμε τηλεόραση, αλλά μόνο αν ειχε κάτι "κατάλληλο". Έτσι μίσησα την όπερα, δεν ξέρω αν ποτέ  θα καταφέρω να προσπεράσω αυτή την εικόνα μικροσκοπικών ασπρόμαυρων ανθρώπων που τσιρίζανε στριμωγμένοι σε μία οθόνη 19 ιντσών.
Αλλά τα πρωινά ήταν πάντα τα αγαπημένα μου. Και κυρίως το ξύπνημα. Επειδή ήμουν μεγαλύτερος απο τα αδέρφια μου, είχα το προνόμιο να κοιμάμαι στο ντιβάνι σε μια γωνιά της κουζίνας. Άκουγα τη γιαγιά που σηκωνόταν και άρχιζε να μας ετοιμάζει πρωινό. Κάτω απο το σεντόνι έκανα τον κοιμισμένο, για να ακούω τον ήχο απ'τα ντουλάπια που άνοιγαν, από το μαχαίρι που έκοβε το ψωμί για να αλλείψει το βούτυρο, από τον ήχο που έκανε το πλαστικό μπουκάλι με το φρέσκο γάλα όταν τραβούσε το καπάκι από αλουμινόχαρτο. 
Δέν εβγαζα το κεφάλι απ'το σεντόνι πρίν ακούσω τον ήχο του κατσαρολιού που έβραζε στο πετρογκάζ. Αλλά τότε έπρεπε να απελευθερώσω τη μύτη μου - αλλοιώς θα έχανα τη μυρωδιά του κακάο που διαλυόταν στο ζεστό γάλα. Η γιαγία μας έλεγε ότι μας φτιάχνει καρνέισον, και εμείς είμασταν σίγουροι πως μετά περναει καποιος και παίρνει το υπολοιπο για να το βαλει μέσα στις συσκευασίες με το γαρίφαλλο. 



Με αυτή τη μυρωδιά ξεκινάγαν οι μέρες μου, κι ακόμα δεν έχω ανακαλύψει καλύτερο τρόπο να ξυπνάει κάποιος.
Προχτές το σπίτι ήταν όπως τότε λοιπόν. Μπήκα μέσα και άναψα το φως του διαδρόμου. Προχώρησα προς την κουζίνα. Ο χρόνος είχε περάσει από πάνω τους αλλά ήταν όλα εκεί. Έστριψα δεξιά και προχώρησα.

Το ντιβάνι έλειπε - στη θέση του ένα στρώμα ακουμπισμένο κατάχαμα πάνω σε μια κουρελού. Έβγαλα τα παπούτσια και κάθησα στη γωνία του στρώματος με τον τοίχο να στηρίζει την πλάτη μου. Έκλεισα τα μάτια κι άρχισα να μικραίνω, να μικραίνω, να μικραίνω... αλλά δεν άκουγα τη γιαγιά να μαγειρεύει. Ούτε μύριζε πια κακάο η κουζίνα.
Ξύπνησα δακρυσμένος.

   

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Το δίευρο


Παίζει κιθάρα, αλλά ακούγεται σαν κάποιο παράξενο μπουζούκι. 

Καί η μελωδία που διάλεξε αλλά κυρίως η τεχνική στα δάχτυλά του φανερώνουν ένα επιδέξιο μπουζουκζή που κατέληξε στην κιθάρα από ανάγκη.

Τον παρατηρώ αφηρημένα, καθώς στριμώχνεται ανάμεσα στα τραπέζια αυτής της ψησταριάς στον Κορυδαλλό. 

Αποφάσισε ξαφνικά να βρέξει. Μια άχαρη καλοκαιρινή μπόρα που απλά προσθέτει υγρασία στη ζεστή ατμόσφαιρα, μας μάζεψε όλους κάτω απο τις τέντες. Γύρω γύρω, τραπέζια γεμάτα κατά κυριο λόγο με γυναίκες, κάποια εκδήλωση πρέπει να έληξε και βγήκαν σε μικρές και μεγάλες παρέες για γιαουρτλού, μπριζολάκια, παστουρμά και σουτζούκι. 

Ο Θύμιος - τό όνομα που έδωσα εγώ στον μουσικό μας - φοράει ένα καλοσιδερωμένο πουκάμισο με λεπτή κόκκινη ρίγα. Κοντοκουρεμένο κεφάλι, κόντρα ξύρισμα, σχεδόν ξερακιανή σιλουέτα, με μια ήπια ευγένεια και συστολή. Η μουσική του μοιάζει με συμπλήρωμα της βροχής, σα να συμπληρώνει το λευκό ήχο με ρυθμό και μελωδία.


Ανάμεσα στα κομμάτια, σταμάταει στην άκρη καθενός τραπεζιού. Δε λέει κάτι αλλά είναι προφανές ότι ζητάει καποια λίγα χρήματα. Μια αμοιβή της τέχνη του για αυτόν, μια ελεημοσύνη όπως το βλεπουμε εμείς. Σταμάτησε και στο δικό μας τραπέζι αλλά δεν έχω καθόλου μετρητά.

"Φίλε έχω μείνει με την κάρτα δυστυχώς" (και δε φαντάζομαι να έχεις POS σκέφτομαι από μέσα μου).

"Δεν πειράζει. Αν θές κέρνα με μια μπύρα", απάντησε. 

"Ωραία. Πάρε μια μπύρα και πες τους να τη χρεώσουν στο τραπέζι μου".


Συνεχίζουμε το φαγητό και την κουβέντα μας, αλλά σε λίγο προσέχω ότι ο Θύμιος είχε μείνει δίπλα μας. Είχε εγκλωβιστεί ανάμεσα στα τραπέζια, γιατί στη διπλανή μεγαλή γυναικοπαρέα έφτασε ένας άντρας και πριν καθίσειτις χαιρετούσε όλες μιά μία. 

"Συγνώμη φίλε, ένα λεπτό", λέει στον μουσικό.

"Δεν πειράζει, έχεις τόσες πανέμορφές παρουσίες να χαιρετήσεις. Με το πάσο σου..."

Στο τραπέζι, χαμός. Γέλια, ενθουσιασμός, σαν να πήραν όλες τους τίτλο miss-ελλάς. Όταν καταλαγιάζει ο θόρυβος, ο άντρας σφήνωνει ανάμεσα στο τραπέζι μας και τον μουσικό για να πάει στη θέση του.

Δεν ξέρω πώς και γιατί, μα πρέπει να δωσω συνέχεια:

"Με αυτό που σού είπε δεν μπορείς να αποφύγεις το κέρασμα"

"Δίκο έχεις, τί θες φίλε; Να σου πάρω ένα κρασάκι;"

"Ευχαριστώ αλλά με κέρασε μπύρα ο κύριος. Ένα καλαμάκι αν θες."

"Βεβαίως" και πάει να το κανονίσει άμμεσα με την σερβιτόρα.


Δεκαπέντε λεπτά αργότερα εμείς τελειώνουμε το φαγητό, η διπλανη παρέα έχει απλωθεί σε παράλληλες θορυβώδεις κουβέντες, και ο Θύμιος κάθεται στο μικρό τραπεζάκι δίπλα στην έξοδο, με την κιθάρα-μπουζούκι στην άλλη καρέλα, τρώγοντας το σουβλάκι του με μαχαιροπήρουνο και απολαμβάνοντας μια πράσινη.

Ένα παιδί γύρω στα τριάντα, αδυνατισμένο και με βρώμικα ρούχα γυρίζει τώρα ανάμεσα στα τραπέζια. Δε πουλάει κάτι, απλά ζητιανεύει - πενήντα λεπτά, ένα τσιγάρο ("δώσε μου δώρο και τον αναπτήρα"), μια βοήθεια για να βγάλει το βράδυ. Χωρίς μεγάλη επιτυχία. Σχεδόν όλοι κάνουμε ότι τον αγνοούμε, και με ανακούφιση τον βλέπουμε να πάει πρός τη έξοδο.


Ο Θύμιος του αφήνει διακριτικά ένα δίευρο στην ακρη του τραπεζιού.